για την αγροτική ανάπτυξη

Ένα πολλά υποσχόμενο ισοδύναμο της ελληνικής οικονομίας.

Ο αγροτικός τομέας ως παραγωγική δραστηριότητα συμβάλλει καθοριστικά στην οικονομία, την περιφερειακή ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την υγεία/διατροφή του πληθυσμού. Στην Ελλάδα ειδικότερα, είναι ένας τομέας με μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, αφού η χώρα μας διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξή του.

Τις τελευταίες δεκαετίες, η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα, έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την εμμονή στην οικογενειακή εκμετάλλευση (αντί για την επιχειρηματική ανάπτυξη) και την εξάρτηση της από μια συχνά στείρα επιδοματική πολιτική. Το αποτέλεσμα είναι ο κατακερματισμός και η μείωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Οι αρνητικές συνέπειες από την εφαρμογή της ΚΑΠ, η πτώση  των επενδύσεων, η αύξηση του κόστους παραγωγής και η έντονη και διαρκής πίεση που δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται, το αγροτικό εισόδημα, έβαλαν σε αρνητική τροχιά την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Επιπλέον αντιμετωπίζει και αυτός τις επιπτώσεις από την οικονομική κρίση και τη βαθειά  ύφεση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Οι εκτιμήσεις για το 2012 παραμένουν δυσμενείς με προβλέψεις που επιβεβαιώνουν την περαιτέρω του ΑΕΠ και επομένως των επιπλέον περιορισμό της ζήτησης. Η τελική εγχώρια ζήτηση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να μειωθεί. Πτωτική εξάλλου προβλέπεται και η πορεία των επενδύσεων, που θα συνεχιστεί με αρνητικό ρυθμό.

Το πραγματικό αγροτικό εισόδημα μειώνεται και η μείωση αυτή συνδέεται

α) με τη μείωση παραγωγής σε ορισμένες αροτραίες καλλιέργειες όπως το βαμβάκι, τα σιτηρά, η βιομηχανική τομάτα, τα ζαχαρότευτλα κ.α.

β) με την πτώση των τιμών παραγωγού σε ορισμένα σημαντικά προϊόντα, όπως τα φρούτα και το σκληρό σιτάρι,

γ) με την κάμψη ή τη στασιμότητα των τιμών παραγωγού στα προϊόντα του ελαιοκομικού κλάδου. Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, όπως εκφράζεται από το μέσο γενικό δείκτη εισροών, ο οποίος αυξήθηκε κατά 11% το 2008 και κατά 4% περίπου το 2009.

Σε ότι αφορά στην κτηνοτροφία το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η εκρηκτική αύξηση των τιμών των ζωοτροφών, που αποτελούν άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των εισροών στον αγροτικό τομέα.

Παρά τις δυσμενείς αυτές εξελίξεις, η θέση του πρωτογενούς τομέα στην ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παραμένει σημαντική, αν κρίνει κανείς από τη σημαντική συμβολή του στην απασχόληση, η οποία παρουσίασε άνοδο κατά τη διάρκεια της τετραετίας 2008-2011 αλλά και από τη συμμετοχή του στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, που αποκτά βαρύνουσα σημασία σε ορισμένες περιφέρειες της χώρας. Ο αγροτικός τομέας αποτελεί βασικό τροφοδότη σειράς προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.

Σύμφωνα με μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ για την κατάσταση του αγροτικού τομέα το 2011, «η παραγωγή του γεωργικού κλάδου (περιλαμβανομένης της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της δασοπονίας) με όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας σε σταθερές τιμές (2000), δεν μειώθηκε κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Αντίθετα, αυξήθηκε αισθητά τόσο κατά το 2009 (από 6,188 σε 6,865 δις €) όσο και κατά το 2010 (από 6,865 δις ευρώ σε 7,793 δις ευρώ), γεγονός που επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη έρευνα του ΚΕΠΕ , στην οποία επισημαίνεται ότι ο αγροτικός τομέας αποτέλεσε το μόνο σχεδόν τομέα της ελληνικής οικονομίας στον οποίο καταγράφηκε αύξηση οικονομικής δραστηριότητας, όταν σε άλλους σημαντικούς τομείς της οικονομίας σημειώνεται το ίδιο διάστημα μεγάλη πτώση, όπως για παράδειγμα στις κατασκευές (-18%), στη μεταποίηση (-11,8%) και στην ενέργεια (-10,3%). Θετικό στοιχείο αποτελεί η εξέλιξη των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, που σημείωσαν ανάκαμψη από το 2010. Το υψηλό ποσοστό των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων που καλύπτει το 13,6% της συνολικής αξίας των εισαγωγών, το 2009 είχε υπερβεί τα 2,2δις ευρώ.  Ο στόχος για την επόμενη δεκαετία θα πρέπει να είναι μια προγραμματισμένη και εξορθολογισμένη παραγωγή  η οποία θα μειώσει δραστικά τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων.  Οι εξαγωγές των αγροτικών προϊόντων αντιπροσωπεύουν το 25% των εξαγωγών της χώρας, δείχνοντας έτσι τη δυναμική του τομέα.

Για την επόμενη δεκαετία, ο αγροτικός τομέας θα πρέπει να δώσει απαντήσεις και λύσεις σε κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με την ασφάλεια των τροφίμων και με την επάρκειά τους, μια και θεωρείται δεδομένη η αύξηση της ζήτησής τους στο άμεσο μέλλον. Ολοένα και συχνότερα, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης της θέσης των αγροτών και των επιχειρήσεων τους στην εφοδιαστική αλυσίδα, μια και έχει καταστεί πλέον ευρύτερα αποδεκτό ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας των τροφίμων το καρπώνονται  τα δίκτυα διανομής και οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής πώλησης που έχουν αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Αυτό σημαίνει ότι είναι άμεση και επιτακτική η ανάγκη μετατροπής των αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε σύγχρονες, κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Στην δημόσια συζήτηση συχνά αναφέρεται η ύπαρξη συγκριτικών πλεονεκτημάτων στον αγροτικό τομέα. Για παράδειγμα η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Η διαπίστωση αυτή μέχρι τώρα δεν έχει μετατραπεί σε συγκεκριμένη στρατηγική ανάπτυξης, σε συγκεκριμένες πολιτικές και σε σχέδιο ανασυγκρότησης όχι μόνο της υπαίθρου αλλά και των κρατικών υπηρεσιών θα πρέπει να στηρίξουν την εφαρμογή τους.

Μερικοί από τους βασικούς στόχους αυτού της στρατηγικής ανάπτυξης  θα πρέπει να είναι ο περιορισμός της μαζικής παραγωγής προϊόντων πλεονασματικών ή μη ανταγωνιστικών, η ανάδειξη του Ελληνικού Διατροφικού Μοντέλου ως πρότυπο της «Μεσογειακής Διατροφής», η παραγωγή νέων προϊόντων που δεν απαιτούν κατ’ ανάγκη μεγάλες ποσότητες και εκτάσεις, αλλά θέλουν λεπτομερή και εξειδικευμένη εργασία, μεράκι, γνώση, παράδοση. Επιπλέον η καθετοποίηση της παραγωγής μέσα από ποικίλες συλλογικότητες, ακόμη και περιορισμένου μεγέθους, για προϊόντα σταθερής ποιότητας, με υψηλή εμπορική αξία και εξασφαλισμένη ζήτηση, που θα βασίζονται στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων.

Αυτό που λείπει από τη δημόσια συζήτηση είναι η δυνατότητα της χώρας μας να παράγει αγροτικά προϊόντα σε ανταγωνιστικό κόστος, δηλαδή προϊόντα που να μπορούν να πωληθούν στην εγχώρια και τις ξένες αγορές χωρίς υπέρμετρη προστασία και κρατικές επιχορηγήσεις.

Η Περιφερειακή Ενότητα της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να αναδειχθεί σε Περιφερειακή Ενότητα των καινοτομιών στα τρόφιμα και τα ποτά με σύγχρονη και υψηλής ποιότητας γεωργία και κτηνοτροφία, με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της ποιότητας μέσω καινοτομιών (νέα προϊόντα, επεξεργασίες και τεχνολογίες).

Μέσα από αυτό το πρίσμα γίνεται φανερό ότι η πρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ. για ανασυγκρότηση, αναδιάρθωση, αναδιάταξη με αποκέντρωση του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, με αξιοποίηση πόρων και ανθρώπινου δυναμικού με αξιοκρατία, με διαφάνεια στις αποφάσεις και τη λειτουργία του, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και συνιστά αναγκαιότητα.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση η ΔΗΜ.ΑΡ. έχει δυνάμεις για να συμβάλει και θα το κάνει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s